Τα προβλήματα της όρασης, είτε σοβαρά - είτε όχι, μπορεί να παρουσιαστούν με ποικιλία συμπτωμάτων. Η σαφής περιγραφή του συμπτώματος, σε συνδυασμό με την κλινική εξέταση, θα βοηθήσουν σημαντικά τον θεράποντα οφθαλμίατρο σας προς την κατεύθυνση της σωστής διάγνωσης και θεραπείας. Για το λόγο αυτό αφιερώστε λίγο χρόνο για να μάθετε για ορισμένα κοινά συμπτώματα της δυσλειτουργίας των ματιών και τι μπορεί αυτά να σημαίνουν.
Θολή, παραμορφωμένη όραση;
Η μακροχρόνια θολή ή παραμορφωμένη όραση μπορεί να οφείλεται σε μια σειρά από αιτίες… Η πιο συνηθισμένη αιτία είναι κάποιο διαθλαστικό σφάλμα, όπως η μυωπία, η υπερμετρωπία ή ο αστιγματισμός, που αναγκάζουν το φως να μην εστιάζεται στο σωστό σημείο στο πίσω μέρος του ματιού, που ονομάζεται αμφιβληστροειδής. Κανονικά η επιφάνεια του κερατοειδή παρουσιάζει συμμετρία και ίδια σχεδόν καμπυλότητα σε όλους τους άξονες, με αποτέλεσμα οι ακτίνες του φωτός να επικεντρώνονται σε ένα σημείο του αμφιβληστροειδή που λέγεται ωχρά κηλίδα.

Μυωπία
Μυωπία είναι η διαθλαστική εκείνη ανωμαλία, κατά την οποία μία παράλληλη δέσμη ακτίνων εισερχόμενη στο μάτι δεν εστιάζεται στον αμφιβληστροειδή, αλλά μπροστά απ’ αυτόν, με αποτέλεσμα το είδωλο ενός αντικειμένου να μην απεικονίζεται ευκρινώς επί του αμφιβληστροειδούς.
ΑΙΤΙΑ
Η μυωπία μπορεί να οφείλεται σε μεγάλο προσθοπίσθιο άξονα του οφθαλμού (αξονική μυωπία), σε μεγάλη διαθλαστική δύναμη του κερατοειδούς ή του φακού (διαθλαστική μυωπία) ή συνδυασμό των παραπάνω. Η μυωπία τείνει να αυξηθεί κατά την περίοδο της ανάπτυξης και σταθεροποιείται μετά την ενηλικίωση. Η κληρονομικότητα παίζει σημαντικό ρόλο στην εμφάνισή της. Συνήθως εμφανίζεται κατά τη σχολική ηλικία, οπότε το άτομο παραπονιέται για θολή αντίληψη των αντικειμένων, ενώ συχνά κλείνει τα μάτια για να δει τα μακρινά αντικείμενα.
ΑΝΤΙΜΕΤΩΠΙΣΗ
Η διόρθωση της μυωπίας γίνεται με γυαλιά, ή με φακούς επαφής. Οι διορθωτικοί φακοί απλώς διορθώνουν λειτουργικά τη μυωπία και δεν επιδρούν στην εξέλιξή της. Κατά τη μικρή όμως ηλικία, η διόρθωση της μυωπίας με τα κατάλληλα γυαλιά έχει μεγάλη σημασία για την ανάπτυξη της οπτικής οξύτητας, της φυσιολογικής διόφθαλμης όρασης και της κινητικής συνεργασίας μεταξύ των δύο οφθαλμών.

Αστιγματισμός
Ο αστιγματισμός προέρχεται κυρίως από τον κερατοειδή χιτώνα. Όταν η καμπυλότητα του κερατοειδούς δεν είναι ομοιόμορφη στους διάφορους μεσημβρινούς του, τότε η εστίαση ενός αντικειμένου δεν είναι δυνατό να βρίσκεται ολόκληρη πάνω στον αμφιβληστροειδή.
Η διαθλαστική πάθηση αυτή λέγεται αστιγματισμός (κερατοειδικός αστιγματισμός). Σπανιότερα, όμως, ο αστιγματισμός οφείλεται σε ανώμαλο κρυσταλλοειδή φακό που βρίσκεται πίσω από την ίριδα του οφθαλμού ή και σε ανωμαλία στην καμπυλότητα του οπίσθιου πόλου (αμφιβληστροειδικός αστιγματισμός). Ο αστιγματισμός μπορεί να συνυπάρχει τόσο με μυωπία όσο και με υπερμετρωπία.
ΣΥΜΠΤΩΜΑΤΑ
ΑΣΤΙΓΜΑΤΙΣΜΟΥ
Ο αστιγματισμός έχει ως βασικό σύμπτωμα τη θολή όραση. Επιπλέον, πολύ συχνά δημιουργεί κοπιωπία, δηλαδή κόπωση κατά
την επισκόπηση κάποιου αντικειμένου που πρακτικά εκφράζεται με κόπωση, ζάλη, ερυθρότητα όταν κάποιος διαβάζει πολύ ώρα ή
χρησιμοποιεί Η/Υ. Tα συμπτώματα, συνήθως, επιδεινώνονται όταν κανείς προσπαθεί να διαβάσει με ελλιπή φωτισμό.Σύνηθες σύμπτωμα
της αστιγματικής εκτροπής είναι ο βραδινός πονοκέφαλος. Η διάγνωση του αστιγματισμού γίνεται κατά τον οφθαλμολογικό έλεγχο
στο οποίο ελέγχεται η διάθλαση (διαθλαστικός έλεγχος). Είναι γεγονός, ότι στις περισσότερες περιπτώσεις ο αστιγματισμός
συνυπάρχει με άλλες διαθλαστικές ασθένειες όπως μυωπία, υπερμετρωπία και πρεσβυωπία (ανάλογα με την ηλικία του ασθενούς)

Υπερμετρωπία
Υπερμετρωπία είναι η διαθλαστική εκείνη ανωμαλία κατά την οποία, όταν ο οφθαλμός βρίσκεται σε ηρεμία, μία παράλληλη δέσμη φωτεινών ακτίνων, εισερχόμενη στο μάτι, εστιάζεται πίσω από τον αμφιβληστροειδή.
ΑΙΤΙΑ
Η υπερμετρωπία μπορεί να οφείλεται σε μικρό προσθοπίσθιο άξονα του ματιού, σε μικρή διαθλαστική δύναμη του κερατοειδούς ή του φακού ή σε συνδυασμό των παραπάνω. Τα συμπτώματα της υπερμετρωπίας εξαρτώνται απόλυτα από την ηλικία του ατόμου και το βαθμό υπερμετρωπίας του. Μικρός βαθμός υπερμετρωπίας κατά τη γέννηση είναι φυσιολογικό φαινόμενο και μειώνεται με την ανάπτυξη του σώματος.
Στην παιδική ηλικία ο υπερμέτρωπας μπορεί, ενεργοποιώντας τη λειτουργία της προσαρμογής (βλ. Πρεσβυωπία), να εξουδετερώσει την υπερμετρωπία και να μην έχει πρόβλημα μειωμένης όρασης. Καθώς ο υπερμέτρωπας μεγαλώνει το εύρος προσαρμογής μειώνεται, οπότε αρχίζουν τα προβλήματα μειωμένης όρασης, τόσο για την κοντινή όσο και για τη μακρινή όραση.
ΚΛΙΝΙΚΗ ΕΙΚΟΝΑ
Ορισμένα άτομα με χαμηλή υπερμετρωπία, λόγω της συνεχούς προσπάθειας προσαρμογής και εξουδετέρωσης της υπερμετρωπίας μπορεί να εμφανίσουν συμπτώματα κοπιωπίας (κεφαλαλγία, πόνο στα μάτια, δακρύροια). Σε ορισμένα παιδιά η υπερμετρωπία ευθύνεται για την πρόκληση ενός είδους στραβισμού και πρέπει να διορθώνεται άμεσα γιατί υπάρχει κίνδυνος ανάπτυξης αμβλυωπίας (τεμπέλικο μάτι).
ΑΝΤΙΜΕΤΩΠΙΣΗ
Η διόρθωση της υπερμετρωπίας γίνεται με θετικούς φακούς. Η χορήγηση διορθωτικών γυαλιών εξαρτάται από το βαθμό της υπερμετρωπίας, την ηλικία του ατόμου, την παρουσία ή μη συμπτωμάτων. Μπορεί να χρησιμοποιηθούν και φακοί επαφής.

Πρεσβυωπία
Η πρεσβυωπία αφορά σε όλους τους ανθρώπους ηλικίας άνω των 40-45 ετών. Σχετίζεται με την προοδευτική μείωση της κοντινής όρασης και οφείλεται σε αλλαγές και φθορά του κρυσταλλοειδούς φακού του ματιού που σταδιακά χάνει την ικανότητα να προσαρμόζεται στις κοντινές αποστάσεις.
Η σύγχρονη τεχνολογία αντιμετωπίζει αυτές τις αλλαγές στην προσαρμοστικότητα του φυσικού μας φακού, δίνοντας στον πρεσβύωπα τη δυνατότητα να ανταποκρίνεται στις απαιτήσεις της καθημερινότητας, απολαμβάνοντας ελεύθερη και άνετη δυναμική όραση.
ΣΥΜΠΤΩΜΑΤΑ ΠΡΕΣΒΥΩΠΙΑΣ
Το βασικό σύμπτωμα της πρεσβυωπίας είναι η αδυναμία εστίασης σε κοντινά αντικείμενα. Συνήθως παρουσιάζεται δυσκολία στο διάβασμα υπό συνθήκες χαμηλού φωτισμού, όταν δεν είναι εφικτό να διαβάσει κανείς τα μικρά γράμματα, και αισθάνεται μία θολούρα. Αυτό έχει ως συνέπεια τη δημιουργία οπτικής κόπωσης (πονοκέφαλο, πίεσης και βάρος στα μάτια) που ακολουθείται συχνά από οφθαλμολογικά συμπτώματα, όπως δακρύρροια και ερυθρότητα.

Φωτοφοβία
Η φωτοφοβία είναι ένα σύμπτωμα που τις περισσότερες φορές έχει ιδιοπαθή χαρακτήρα. Χαρακτηριστικό των αυτοάνοσων νοσημάτων στα μάτια είναι ότι τμήματα του οφθαλμού ή και ολόκληρος ο οφθαλμός δέχεται «επίθεση» από τα λευκά αιμοσφαίρια του ίδιου του οργανισμού.
Το αποτέλεσμα της επίθεσης αυτής είναι ότι μπορούν να προκαλέσουν έντονα και συστηματικά οφθαλμολογικά συμπτώματα. Τα πιο συνηθισμένα από αυτά είναι πόνοι και φωτοφοβίες, μείωση της οπτικής οξύτητας, απώλεια της όρασης, έντονοι πονοκέφαλοι και ζαλάδες. Γενικά, όταν παρουσιάζεται το πρόβλημα της φωτοφοβίας, πρέπει να γίνονται οι απαραίτητες εξετάσεις, προκειμένου να προκύψει ακριβής διάγνωση.

Καταρράκτης
Ο καταρράκτης είναι η θόλωση του φυσικού φακού του ματιού. Όλοι οι άνθρωποι μετά από κάποια ηλικία εμφανίζουν μία θόλωση του φακού.
- Ο φυσικός φακός του ματιού βρίσκεται πίσω από την ίριδα, έχει το μέγεθος φακής και φυσιολογικά είναι διαυγής.
- Δεν προλαμβάνεται ούτε θεραπεύεται με φάρμακα.
- Είναι μια πολύ συνηθισμένη πάθηση και συνήθως παρουσιάζεται με την πάροδο της ηλικίας.
- Μερικές φορές μπορεί να προκληθεί από τραυματισμό, ορισμένες παθήσεις (π.χ. διαβήτη, φλεγμονές του ματιού κ.τ.λ) ή φάρμακα όπως η χρόνια χρήση κορτιζόνης.
- Σε ελάχιστες περιπτώσεις μπορεί και ένα παιδί να γεννηθεί με καταρράκτη (συγγενής καταρράκτης).
ΠΟΙΑ ΕΙΝΑΙ ΤΑ ΣΥΜΠΤΩΜΑΤΑ ΤΟΥ ΚΑΤΑΡΡΑΚΤΗ;
Τα κύρια συμπτώματα είναι:
- Θάμπωμα με προοδευτική μείωση της όρασης για μακριά ή για κοντά. Η όραση γίνεται ολοένα και λιγότερο σαφής.
- Λάμψεις και αντανακλάσεις γύρω από ορισμένα αντικείμενα.
- Εξασθενημένη αντίληψη χρωμάτων.
- Έντονη ενόχληση στον ήλιο.
- Απουσία πόνος.
Όλα τα παραπάνω συμπτώματα μπορούν να επηρεάσουν τις καθημερινές δραστηριότητες όπως:
- Οδήγηση, ειδικά το βράδυ ή σε πολύ δυνατό φως.
- Διάβασμα ή παρακολούθηση τηλεόρασης. Σε ορισμένες περιπτώσεις, στα αρχικά στάδια μερικών τύπων καταρράκτη, το διάβασμα επιτυγχάνεται χωρίς γυαλιά.
- Ράψιμο ή άλλες ασχολίες που απαιτούν λεπτομερή παρατήρηση των αντικειμένων.
ΠΡΟΛΗΨΗ – ΣΥΜΒΟΥΛΕΣ
Δεν υπάρχουν ιδιαίτερες συμβουλές για πρόληψη που ν’ αφορούν τον καταρράκτη. Όταν υπάρχει ένδειξη θα πρέπει να επεμβαίνουμε στο σωστό χρόνο ώστε να αποφύγουμε τυχόν δυσκολίες που επιφέρει στο χειρουργείο ένας ώριμος καταρράκτης.Επειδή όμως, η ηλιακή ακτινοβολία μπορεί να συνδέεται με την παγγένεση του καταρράκτη, καλό είναι να προστατεύουμε τα μάτια μας από τον ήλιο, από μικρή ηλικία με τα κατάλληλα γυαλιά ηλίου, δηλ. εκείνα που απορροφούν τις βλαβερές υπεριώδεις και υψηλής ενέργειας ακτίνες του ήλιου. Τέλος, θα πρέπει να υπενθυμίσουμε ότι η επέμβαση για την αφαίρεση του καταρράκτη είναι η πιο συχνή αλλά και η πιο επιτυχημένη χειρουργική επέμβαση σε όλο το χώρο της Ιατρικής Επιστήμης.

Γλαύκωμα
Το γλαύκωμα είναι μια ομάδα σημαντικών παθήσεων των ματιών που προσβάλει περίπου το 2% του πληθυσμού. Πρόκειται για μία νόσο που δεν έχει συνήθως συμπτώματα και η οποία οδηγεί στην τύφλωση, εφόσον δεν διαγνωσθεί και αντιμετωπιστεί έγκαιρα. Η πρόληψη, στην προκειμένη νόσο, αποκτά εξαιρετικής σημασίας χαρακτήρα.
Το γλαύκωμα, λοιπόν, είναι μία σοβαρή, χρόνια εξελικτική πάθηση του οπτικού νεύρου και των οπτικών ινών του ματιού που οδηγεί σε μορφολογικές αλλοιώσεις στο οπτικό νεύρο και στο οπτικό πεδίο. Είναι μια ύπουλη ασθένεια, γιατί δεν έχει συμπτώματα (με εξαίρεση κάποιους τύπους γλαυκώματος όπως το οξύ γλαύκωμα) και όταν εμφανίζονται τα πρώτα συμπτώματα οι βλάβες είναι προχωρημένες και δυστυχώς μη αναστρέψιμες. Είναι όμως μία ασθένεια για την οποία μπορούμε να ελέγξουμε την εξέλιξή της με την κατάλληλη θεραπευτική αγωγή.
ΠΟΥ ΟΦΕΙΛΕΤΑΙ; ΑΙΤΙΟΛΟΓΙΑ, ΠΑΘΟΓΕΝΕΙΑ.
Το γλαύκωμα συνήθως εμφανίζεται μετά την ηλικία των 40 ετών. Πιο συχνά παρουσιάζεται σε άτομα με ιστορικό γλαυκώματος στην οικογένεια. Είναι μία κληρονομική νόσος κατά 20%. Εμφανίζεται επίσης συχνότερα σε μύωπες, διαβητικούς και χρήστες κορτιζόνης για μεγάλο χρονικό διάστημα. Οφείλεται στη διαταραχή της ισορροπίας ανάμεσα στην παραγωγή και την αποχέτευση ενός υγρού (υδατοειδές υγρό) που φυσιολογικά παράγεται στο εσωτερικό του ματιού.
Η διαταραχή αυτή μπορεί να προκαλέσει αυξημένη ενδοφθάλμια πίεση, η οποία με τον καιρό είναι δυνατόν να προκαλέσει βλάβες στο οπτικό μας νεύρο. Σε ορισμένους τύπους γλαυκώματος, πιθανόν συνυπάρχει μειωμένη αιματική ροή, με συνέπεια το οπτικό μας νεύρo να μην διατρέφεται σωστά. Αιτίες που δημιουργούν μειωμένη αιματική ροή, είναι κυρίως αυτές που έχουν σχέση με το καρδιακό και αγγειακό μας σύστημα.
Η πίεση στο μάτι είναι αναμφίβολα ένας σημαντικός παράγοντας κινδύνου, αλλά δεν αρκεί από μόνη της για να γίνει η διάγνωση και αυτό διότι θα πρέπει να υπάρχουν οπωσδήποτε οι βλάβες του οπτικού νεύρου και των οπτικών ινών για να είναι σίγουρη η διάγνωση του γλαυκώματος. Υπάρχουν εξάλλου μορφές γλαυκώματος χωρίς πίεση (γλαύκωμα φυσιολογικής ή χαμηλής πίεσης) στις οποίες η πίεση παίζει μικρότερο ρόλο.
Εφόσον βρεθεί μια αυξημένη πίεση στο μάτι και δεν υπάρχουν βλάβες στο οπτικό νεύρο, στις οπτικές ίνες και στο οπτικό πεδίο τότε μιλάμε για οφθαλμική υπερτονία και όχι για γλαύκωμα. Είναι μια κατάσταση η οποία δεν απαιτεί θεραπεία αλλά στενή παρακολούθηση. Πρέπει να γνωρίζουμε ότι μόνο ένας στους έξι ή εφτά ασθενείς με οφθαλμική υπερτονία εμφανίζουν γλαύκωμα. Εφόσον όμως η πίεση είναι μεγαλύτερη του 27 ή 28, τότε οι πιθανότητες να εμφανιστεί γλαύκωμα είναι πάρα πολύ μεγάλες και η διάγνωση είναι σχεδόν σίγουρη, ανεξάρτητα από τα παθολογικά ευρήματα.
ΕΠΟΜΕΝΩΣ Η ΑΥΞΗΜΕΝΗ ΠΙΕΣΗ ΣΤΑ ΜΑΤΙΑ ΔΕΝ ΣΗΜΑΙΝΕΙ ΠΑΝΤΑ ΓΛΑΥΚΩΜΑ.
Τύποι γλαυκώματος
- Χρόνιο γλαύκωμα ανοιχτής γωνίας (το συχνότερο)
- Γλαύκωμα φυσιολογικής ή χαμηλής πιέσεως
- Γλαύκωμα κλειστή ή στενής γωνίας (οξύ ή χρόνιο)
- Δευτεροπαθές γλαύκωμα (μετά από φλεγμονές, τραύματα, εγχειρήσεις, φάρμακα κ.τ.λ)
- Συγγενές γλαύκωμα (εμφανίζεται στην πρώιμη παιδική ηλικία).
ΠΡΟΛΗΨΗ
Η καλύτερη θεραπεία για μια χρόνια νόσο όπως το γλαύκωμα είναι η πρόληψη. Σήμερα όλοι οι άνθρωποι, ιδιαίτερα αν ανήκουν σε μια από τις ομάδες υψηλού κινδύνου, που αναφέρθηκαν προηγουμένως, πρέπει να υποβάλλονται σε οφθαλμολογική εξέταση τουλάχιστον μια φορά τον χρόνο μετά την ηλικία των 35-40.
Αυτό επιτρέπει την έγκαιρη διάγνωση και αποτρέπει τις δυσάρεστες μελλοντικές συνέπειες του γλαυκώματος, που δυστυχώς ακόμη και σήμερα παρατηρούνται. Το screening (προσυμπτωματικός έλεγχος) για το γλαύκωμα είναι μια προληπτική γρήγορη και φθηνή εξέταση που αναφέρεται σε όλο τον πληθυσμό και προσπαθεί να διακρίνει ποια άτομα έχουν αρχικές αλλοιώσεις ή ποια είναι ύποπτα και χρειάζονται περαιτέρω διερεύνηση.
Ο γλαυκωματικός ασθενής μπορεί να ζει μια κανονική ζωή, αρκεί να ακολουθεί πιστά τις οδηγίες και την αγωγή που του συνέστησε ο γιατρός του, καθώς επίσης και να ελέγχεται συχνά. Μόνο με τον έλεγχο θα μπορούμε να γνωρίζουμε την εξέλιξη της νόσου και πώς θα την αντιμετωπίσουμε.

Εκφύλιση ωχράς κηλίδας (AMD)
H εκφύλιση ωχράς κηλίδας (AMD) είναι η πιο συχνή αιτία τύφλωσης σε άτομα άνω των 50 ετών που ζουν σε ανεπτυγμένες χώρες. Η πάθηση αυτή προσβάλει την κεντρική περιοχή του βυθού του ματιού, η οποία είναι και η πιο σημαντική. Επηρεάζει το 8% του πληθυσμού άνω των 50 ετών. Ο κίνδυνος ανάπτυξης της ωχράς κηλίδας (AMD) διπλασιάζεται στις περιπτώσεις μέτριας έως υψηλής έκθεσης στον ήλιο. Σε ίση συγκέντρωση, το μπλε φως είναι 15 φορές πιο επιζήμιο για τον αμφιβληστροειδή από τις λοιπές ορατές ακτινοβολίες.
ΤΙ ΕΙΝΑΙ Η ΕΚΦΥΛΙΣΗ ΤΗΣ ΩΧΡΑΣ;
Η ωχρά κηλίδα αντιστοιχεί στο κεντρικό τμήμα του αμφιβληστροειδούς, δηλ. του χιτώνα που αντιστοιχεί στο βυθό του ματιού. Αυτή είναι και το πιο σημαντικό τμήμα του αμφιβληστροειδούς πάνω στο οποίο πέφτουν οι ακτίνες και σχηματίζονται τα είδωλα. Η ωχρά είναι το πιο σημαντικό μέρος του αμφιβληστροειδούς για να βλέπουμε ευκρινώς.
ΠΟΥ ΟΦΕΙΛΕΤΑΙ;
Η εκφύλιση της ωχράς κηλίδας είναι μία πολυπαραγοντική νόσος. Συγκεκριμένα, υπάρχουν πολλοί παράγοντες (η κληρονομικότητα, οι ανοιχτόχρωμες ίριδες, το κάπνισμα, τα καρδιαγγειακά νοσήματα), με κυριότερο την ηλιακή ακτινοβολία.
ΣΥΜΠΤΩΜΑΤΑ – ΚΛΙΝΙΚΗ ΕΙΚΟΝΑ
Η εκφύλιση της ωχράς κηλίδας είναι μία πάθηση που ως σύμπτωμα έχει τη σταδιακή μείωση της κεντρικής όρασης, χωρίς άλλα συμπτώματα όπως πόνο. Ποτέ δεν προκαλείται ολική απώλεια οράσεως, διότι παραμένει η περιφερική όραση. Δηλ. η όρασή μας παύει να είναι ευκρινής έως μηδαμινή όταν κοιτάμε ένα αντικείμενο, αλλά ο προσανατολισμός στον χώρο παραμένει, διότι το περιφερικό οπτικό μας πεδίο παραμένει φυσιολογικό. Ωστόσο, σε προχωρημένες καταστάσεις μπορούμε να μιλάμε για πραγματική αναπηρία από τη στιγμή που η όρασή μας είναι εξαιρετικά χαμηλή.
Υπάρχουν δύο μορφές εκφύλισης. Η πρώτη είναι ξηρά ή ατροφική μορφή που αφορά και το 90% των περιπτώσεων. Η δεύτερη είναι η υγρή μορφή και αφορά το 10% των ασθενών, είναι όμως αυτή υπεύθυνη για το 90% σημαντικής απώλειας της όρασης στους ασθενείς με εκφύλιση. Στην περίπτωση αυτή υπάρχει η πιθανότητα να σχηματιστούν νέα παθολογικά αγγεία κάτω από τον αμφιβληστροειδή, σχηματίζοντας μία μεμβράνη κάτω από την ωχρά, με συνέπεια να μειωθεί πολύ η όραση.
ΤΙ ΜΕΤΡΑ ΜΠΟΡΟΥΜΕ ΝΑ ΠΑΡΟΥΜΕ ΓΙΑ ΠΡΟΛΗΨΗ;
- Να φοράμε γυαλιά ηλίου με φίλτρο για τις υπεριώδεις ακτίνες (UV).
- Να κάνουμε προληπτικούς οφθαλμολογικούς ελέγχους μετά τα 40.
- Να επισκεπτόμαστε τον οφθαλμίατρο σε περίπτωση που παρατηρήσουμε αλλαγές στην όρασή.
ΘΕΡΑΠΕΙΑ
- Στην περίπτωση της εκφύλισης ξυρού τύπου δεν υπάρχει θεραπεία.
- Η νόσος εξελίσσεται αργά στον χρόνο, αλλά δεν μπορούμε να παρέχουμε φαρμακευτική ή χειρουργική αντιμετώπιση, η οποία θα λύσει το πρόβλημα. Μπορούν να χορηγηθούν στην περίπτωση αυτή πολυβιταμινούχα συμπληρώματα διατροφής που εμπεριέχουν λουτείνη και ζεαξανθίνη και σύμφωνα με μελέτες καθυστερούν την εξέλιξη.
- Στην περίπτωση της εκφύλισης υγρού τύπου και στην παρουσία νεοαγγειακής μεμβράνης, η θεραπεία εκλογής είναι η χορήγηση αντιαγγειογενετικών φαρμάκων υπό την μορφή των ενδουαλοειδικών ενέσεων (μέσα στην υαλοειδική κοιλότητα). Τα φάρμακα αυτά αναστέλλουν την νεοαγγειακή μεμβράνη και μειώνουν ή να εξαφανίζουν το οίδημα (υγρό) στην περιοχή της ωχράς, με αποτέλεσμα όχι μόνο να σταθεροποιούν και να βοηθούν να μην εξελιχθεί η εκφύλιση, αλλά πολλές φορές να βελτιώνεται και η οπτική οξύτητα του ασθενή. Τα ενέσιμα αυτά φάρμακα χορηγούνται κάθε 4-8 εβδομάδες μέχρι την πλήρη αναστολή της νόσου.
- Σε ειδικές περιπτώσεις η εκφύλιση της ωχράς κηλίδας μπορεί να έχει και χειρουργική αντιμετώπιση. Η μετατόπιση της ωχράς κηλίδας (macular translocation) είναι μία επέμβαση, η οποία γίνεται σε ασθενείς που έχουν χάσει πλήρως την όρασή τους και στα δύο μάτια από εκφύλιση ωχράς κηλίδος.Με τη μετατόπιση της ωχράς καταφέρνουμε να τοποθετήσουμε την ωχρά κηλίδα σε νέο υγιές σημείο με σκοπό να ανακτηθεί λειτουργική όραση στον ένα οφθαλμό.
- Στην περίπτωση προχωρημένης εκφυλίσεως μπορούν να χρησιμοποιηθούν επίσης βοηθήματα χαμηλής οράσεως. Αυτά είναι ειδικά γυαλιά ή ειδικοί μεγεθυντικοί φακοί, ή κλειστά κυκλώματα τηλεόρασης και Η/Υ που βοηθούν την ήδη χαμηλή όραση μεγεθύνοντας τα αντικείμενα, ή μεγαλώνοντας το οπτικό πεδίο. Τα βοηθήματα χαμηλής όρασης αποτελούν μία σοβαρή λύση σε ένα δύσκολο πρόβλημα.
Επικοινωνία
Τηλέφωνο/FAX: 28910-32880
Email: info@optichall.gr
Website: www.optichall.gr
Καστέλλι Μινώα Πεδιάδος,
Ηράκλειο,
ΚΡΗΤΗ,
ΕΛΛΑΔΑ
